Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

"Να σου δανείσω το παιδί μου;"

Εχθές το απογευματάκι θέλησα να προσποιηθώ ότι όλα ήταν όπως παλιά... σεργιάνισα με αργούς ρυθμούς στους αγαπημένους δρόμους των Εξαρχείων εκεί γύρω από την Ασκληπιού, μπήκα σε βιβλιοπωλεία, χάζεψα βιβλία, μάλιστα αγόρασα και 3!, συνέχισα τη βόλτα μου μέχρι τα Προπύλαια (τίποτα όπως πριν, αλλά εγώ επέμενα να μην κοιτάζω συνέχιζα να προσποιούμαι μια παλιά μου ζωή, πιο ανέμελη)
Έκατσα σ' ένα από τα τοιχάκια της Κοραή για τσιγάρο. Ο ήλιος βοηθούσε να “ξεγελαστείς”.
2-3 μου ζήτησαν τσιγάρο, 2-3 άλλοι ψιλά κι ένας φίλος από τα παλιά, καλή του ώρα, που τυχαία περνούσε από κει, μου ζήτησε... ελπίδα.
- Τι λες; θα τα καταφέρουμε;
- Να καταφέρουμε τι;
- Να ξαναχαμογελάσουμε; Όπως παλιά...Αληθινά.
Κι εγώ τον κοιτούσα προσπαθώντας να μην καταρρεύσω στη μέση μιας πλατείας.
(Ήμουν όλη μέρα νηστική - ακόμη έχω να φάω, δόξα τω θεώ... αλλά δεν ήταν από την πείνα. Όμως κάποιοι δίπλα μας σίγουρα έχουν αρχίσει να πεινάνε αναγκαστικά. Αν κοιτάξεις χωρίς να προσποιείσαι, τους βλέπεις).
Κοιτούσα το φίλο και δεν έλεγα τίποτε...
Τι να πω;
Ο ένας βιβλιοπώλης τα είχε με τις συντεχνίες, ο άλλος με τους πολιτικούς, ο περιπτεράς με τους κουκουλοφόρους, μια ψιλικατζού με τους μπάτσους, ο φίλος μου με τους δημοσίους υπαλλήλους κι εγώ με τον εαυτό μου που τόσα χρόνια επέτρεπα με ευγένεια κι υπομονή σε μεγαλύτερους που έπρεπε να σεβαστώ, σε ανθρώπους από τζάκια, από κόμματα, σε ανθρώπους με καλά "κονέ" και δημόσιες σχέσεις, να με κάνουν πέρα -ίσως τώρα να είχα μια “καλή” δουλειά και να μην ανησυχούσα τόσο...
Όλοι μπορούμε να δούμε κάποιον εχθρό στο πρόσωπο του άλλου... κάποιοι μιλάνε για έναν "νέο εμφύλιο" (ποιοι με ποιους, όλοι με όλους, ο καθείς με τον εαυτό του;).
Μπήκα στο μετρό... και κει τα ίδια πρόσωπα: ανήσυχα, βουβά...
Να συνεχίσω την προσπάθεια να προσποιούμαι;
Άνοιξα ένα από τα βιβλία που είχα αγοράσει... για λίγο ξεχάστηκα, αλλά μετά νάτη πάλι εκείνη η απόγνωση, αυτή τη φορά με τη μορφή ενός ηλικιωμένου που με κοίταξε και τα μάτια του ήταν υγρά...
Δεν μπορούμε εύκολα να ξεχαστούμε πια όταν η πραγματικότητα μας χτυπάει την πόρτα... εδώ και καιρό, χρόνια...
απλά είχαμε επιλέξει κι ακόμη επιλέγουμε “την κουφαμάρα” με την ελπίδα, η πραγματικότητα, να μας προσπεράσει και να πάει να χτυπήσει την πόρτα αλλουνού. Αλλά ακόμη κι αν πάει... στην πόρτα κάποιου άλλου, η πραγματικότητα είναι πια έξω από τις πόρτες, τα σπίτια όλων μας... Είναι εδώ και κυκλοφορεί πεισματικά στις γειτονιές μας, στις πόλεις μας.

Γύρισα σπίτι. Οι δυο μου γιοι έτρεξαν στην αγκαλιά μου και μου χαμογέλασαν και μόνο τότε μπόρεσα να χαμογελάσω - αν και ήθελα να κλάψω, να ξεσπάσω.
Δεν έκλαψα. Φόρεσα το πιο ειλικρινές μου χαμόγελο κι ανταπέδωσα το χαμόγελό τους.

Ναι καλέ μου φίλε... θα ξαναχαμογελάσουμε αληθινά... μόλις καταφέρουμε να κοιτάξουμε με ειλικρίνεια και θάρρος ένα παιδί, όποιο παιδί - ακόμη κι αν δεν είναι το δικό μας- βαθιά στα μάτια. Μόνο εκεί θα βρούμε ελπίδα. Ακόμη ευτυχώς υπάρχει όλη η ελπίδα του κόσμου αποθηκευμένη στα μάτια ενός παιδιού.
Κι έπειτα ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη μας: θα δούμε έναν άλλο εαυτό, με περισσότερο κουράγιο, αγωνιστικότητα, αντοχή... κάπως έτσι πορεύτηκαν οι άνθρωποι... Πάντα δύσκολοι ήταν οι καιροί... ακόμη κι αν δεν θέλαμε να τους αναγνωρίσουμε, και προσποιούμασταν και τους ντύναμε με το μανδύα της ευδαιμονίας...
υπάρχει λόγος να χαμογελάμε... γιατί το μέλλον είναι εδώ στις παιδικές χαρές και παίζει αμέριμνο, φωνάζει 'πιάσε με, αν μπορείς", τραγουδάει "ήταν ένα μικρό καράβι" κι έρχεται και σου λέει θες να παίξουμε κρυφτό;
Το να παίζεις κρυφτό με το μέλλον σε μια παιδική χαρά είναι πράξη λυτρωτική. Το να παίζουμε κρυφτό με τους εαυτούς μας είναι παραίτηση. Εγώ από τα δύο προτιμώ τη λύτρωση. Ισως ως γονιός να μην έχω, το ξέρω, κι άλλη επιλογή.
Σου "δανείζω το παιδί μου", φίλε, να παίξεις κρυφτό με το μέλλον σου, μας... όταν φωνάξεις "σε βρήκα" θα μπορείς να χαμογελάσεις πάλι, αληθινά... κι έτσι μαζί πια θα ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να προσποιούμαστε φορώντας παλιές ζωές, άλλες καθημερινότητες.
Η πόλη, η χώρα των νεανικών μας χρόνων δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η πόλη κι η χώρα του μέλλοντος. Κι αν δεν αποφασίσουμε να βάλουμε με όποιο τρόπο μπορούμε καλύτερα το λιθαράκι μας, το μέλλον θα μας τσακίσει χωρίς κανένα οίκτο, - φορώντας την εικόνα που του δώσαμε να φορέσει, εκεί που κανονικά θα ήταν, το πρόσωπο των παιδιών μας.
Αλλιώς θα μας δώσει πίσω το χαμόγελό μας... έστω κι αν είμαστε ηλικιωμένοι τότε...
Τουλάχιστον θα είμαστε ηλικιωμένοι οι οποίοι θα μπορούμε να χαμογελάμε,αληθινά, βαθιά, ικανοποιημένοι, περήφανοι για το αξιοπρεπές μέλλον, αντί να περιφερόμαστε ως γέρικα φαντάσματα μιας πάλαι ποτέ γκλαμουράτης ζωής.