Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Σοφοί μου… ευχαριστώ

Ως διδάσκουσα έχω περάσει σχεδόν απ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης (δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο, ΙΕΚ,ΚΕΕ) – μόνο σε νήπια δεν έχω διδάξει. Αλλά έχω διδάξει σε ΚΑΠΗ, εμπειρία μοναδική, και βαθύτατα ουσιαστική. Τι δίδασκα στο ΚΑΠΗ; Ιστορία θεάτρου και δραματολογία.
Ήταν πραγματικά συγκινητικό να βλέπεις όλα αυτά τα γερόντια μέρα μεσημέρι, έξω η Άνοιξη πολλές φορές με θερμοκρασίες καλοκαιριού, να ανθίστανται στον καιρό, να στριμώχνουν οικογενειακές υποχρεώσεις ή και να τις διαολοστέλνουν, αν χρειαζόταν. Δεν ήταν λίγες οι φορές μάλιστα που κάποιους τους «έπιασα» να λένε και ψέματα ∙ ο κύριος Νίκος, για παράδειγμα επίτροπος στην εκκλησία, που μια φορά λίγο πριν ξεκινήσει το μάθημα, χτύπησε το κινητό του κι εκείνος απάντησε «στην εκκλησία είμαι»! - κι αμέσως τα μάγουλά του βάφτηκαν ροζ για να κοκκινήσουν ευθύς μετά όταν κάποιες συμμαθήτριές του (οι πιο ζωηρές) έσπευσαν να πετάξουν ένα πείραγμα στο οποίο κάτι ψέλλισε (οι συμπεριφορές σε μια τάξη είναι λίγο πολύ οι ίδιες, ανεξαρτήτως ηλικίας τελικά).
Ποιος να ξέρει γιατί δεν ήθελε να πει που πραγματικά ήταν – ίσως απλά και μόνο επειδή ο συνομιλητής του δε θα κατανοούσε ποτέ την ανάγκη του να μορφωθεί «τώρα στα γεράματα».
Κι όλα αυτά τα «περνούσαν» οικειοθελώς γιατί επιτέλους μπορούσαν να μάθουν κάτι που τους ενδιέφερε και παράλληλα να μοιραστούν με άλλους το κοινό τους ενδιαφέρον: την αγάπη τους για τον πολιτισμό. Μεροκαματιάρηδες άλλοτε ήταν οι περισσότεροι, τότε χαμηλοσυνταξιούχοι και νυν… (πονάω όταν αναρωτιέμαι πώς να τα βγάζουν τώρα πέρα). Αλλά ήταν όλοι τους αξιοπρεπείς, περήφανοι άνθρωποι – με αυτή την αξιοπρέπεια και περηφάνια που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που μόχθησαν σκληρά για να πορευτούν στη ζωή τους, στηριζόμενοι μόνο στα δικά τους τα ποδάρια κι όχι στις πλάτες άλλων. Κι αν κάποτε έσκυψαν το κεφάλι ή έκαναν ότι δεν καταλάβαιναν ήταν επειδή αλλιώς θα στερούσαν κυριολεκτικά το ψωμί από τα παιδιά τους – κι όχι το playstation, το δέκατο κατά σειρά πανωφόρι ή το γκλαμουράτο ιδιωτικό σχολείο, ή τη μεζονέτα στα βόρεια ή νότια προάστια.
Οι παρατηρήσεις τους κάθε φορά με εξέπλητταν: άνθρωποι που με το ζόρι είχαν τελειώσει το Δημοτικό και το έφεραν βαρέως, και ντρέπονταν γι’ αυτό (για παράδειγμα ο κύριος Μιχάλης πόσες φορές δεν μου ζήτησε συγγνώμη όταν ήθελε να πει κάτι) ∙ αλλά, μπορούσες να διακρίνεις οξύτητα πνεύματος, διάθεση για κριτική στάση απέναντι στη ζωή, όρεξη να διδαχθούν από τους νεότερους. Και φυσικά δεν ήταν λίγες οι φορές που κι οι ίδιοι θέλησαν να με νουθετήσουν, να με συμβουλέψουν ως μεγαλύτεροι. Κι αν καμιά φορά με έβλεπαν κουρασμένη ή μελαγχολική φρόντιζαν μαζί με τον καφέ μου να ζητήσουν κι ένα γλυκάκι ή συχνά άνοιγαν την αγκαλιά τους να με αγκαλιάσουν.
Τις σεβόμουν αφάνταστα αυτές τις γερόντισσες κι αυτούς του γέροντες στο ΚΑΠΗ εκείνο της Πετρούπολης. Όχι μόνο επειδή ήταν μεγάλοι σε ηλικία - είχα μόλις πρόσφατα καταλήξει να παραδεχτώ ότι ο σεβασμός δεν είναι αυτονόητος, κι ότι δεν πηγαίνει «πακέτο» με την ηλικία.
Αλλά επειδή ήταν αυτοί που ήταν κι επειδή με δίδαξαν, αυτά που θεωρούσα ότι αυτονόητα διδάσκουν οι μεγαλύτεροι στους μικρότερους: αλληλοσεβασμό, αλληλοκατανόηση, αξιοπρέπεια, ήθος και γενναιοδωρία.
Τους ευχαριστώ ειλικρινά. Και πιο πολύ ακόμη επειδή από εκείνους τους «αγράμματους» γέροντες και γερόντισσες εισέπραξα αυτό που θεωρούσα αυτονόητο ότι θα ίσχυε για τους «σοφούς γέροντες και γερόντισσες» που κατά καιρούς συνάντησα σε χώρους τέχνης και πνεύματος ∙ δηλαδή ανάλογη γενναιοδωρία και μέγεθος πνευματικό και ψυχικό.
Αλλά… μόνο εκεί σ’ εκείνο το ΚΑΠΗ συνάντησα πραγματικά «σοφούς». Οι «σοφοί» της χώρας μας εκεί βρίσκονται - μάταια τους αναζητούμε αλλού ∙ στα ΚΑΠΗ, μόνοι στα σπίτια τους, και τώρα ν’ αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα με μια ψωροσύνταξη, στεναχωρημένοι που δεν θα έχουν για μπουναμά στο εγγόνι.
Θλίβομαι που το λέω… αλλά δεν έχουμε άλλους σοφούς. Μας τέλειωσαν.
Αν θέλετε να δείτε τους πραγματικά «σοφούς» της χώρας αυτής… μην περιμένετε να τους βρείτε αλλού. Στη γειτονιά μας υπάρχει τουλάχιστον ένας… που τώρα τα βράδια μπορεί και να ψάχνει τα σκουπίδια…
όπως ένας γέρος γείτονας που πριν λίγα βράδια καθώς γύριζα αργά με το αυτοκίνητο τον «έπιασα» να ψάχνει στα σκουπίδια… όταν κατάλαβε ότι το αυτοκίνητο ήταν της γειτονιάς απομακρύνθηκε. Και μόνο όταν είδε πως μπήκα στο σπίτι, ξαναβγήκε και με διακριτικότητα, πάντα με διακριτικότητα κι αξιοπρέπεια πήγε και πάλι στα σκουπίδια. Κι εγώ τον παρακολουθούσα κρυφά και να ντρέπομαι, να ντρέπομαι και να παρακολουθώ κρυφά, να μην πιστεύω αυτό που βλέπω, να κοιτάζω ανήμπορη, σα μαγεμένη το θέαμα… ένας γέροντας να ψάχνει τα σκουπίδια στη μέση της νύχτας για να μην τον πάρει η είδηση η γειτονιά… πόση ανάγκη, απελπισία μαζί με αξιοπρέπεια κρύβει αυτή η πράξη…
Κι οι άλλοι οι σοφοί του έθνους να ζητάνε κι άλλα λεφτά, κι οι άλλοι οι σοφοί των γραμμάτων να ζητάνε κι άλλη δόξα, κι οι άλλοι οι σοφοί των τεχνών να ζητάνε κι άλλη αναγνώριση κι όλοι μαζί αυτοί οι "σοφοί" να ζητάνε να ρουφήξουν κι άλλο αίμα από τις επόμενες γενιές θρηνώντας για τα μεγαλεία τους που χάθηκαν και πια δε θα έχουν τώρα στο τέλος της ζωής τους.
Αυτοί όμως δεν είναι σοφοί… για θλιβερά βαμπίρ τα λογαριάζω εγώ…
Μόνο τους "άλλους" γέροντες και γερόντισσες θεωρώ εγώ σοφούς και τους υπολογίζω...
Σ' αυτούς και μόνο οφείλω μέγα σεβασμό.